Voir aussi : κῦμα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien κῦμα, kûma.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  κύμα τα  κύματα
Génitif του  κύματος των  κυμάτων
Accusatif το  κύμα τα  κύματα
Vocatif κύμα κύματα

κύμα (kíma) \ˈci.ma\ neutre

  1. Onde, vague.