Grec ancien modifier

Étymologie modifier

De στόρθη, stórthê (« pointe »).

Nom commun modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif στόρθυγξ αἱ στόρθυγγες τὼ στόρθυγγε
Vocatif στόρθυγξ στόρθυγγες στόρθυγγε
Accusatif τὴν στόρθυγγα τὰς στόρθυγγας τὼ στόρθυγγε
Génitif τῆς στόρθυγγός τῶν στόρθυγγῶν τοῖν στόρθυγγοῖν
Datif τῇ στόρθυγγί ταῖς στόρθυγγοί(ν) τοῖν στόρθυγγοῖν

στόρθυγξ, stórthunx *\stór.tʰyŋks\ masculin ou féminin (l’usage hésite)

  1. Pointe.
  2. Corne pointue, andouiller.
  3. Dent pointue, défense de sanglier.

Synonymes modifier

Dérivés modifier

Références modifier