Étymologie

modifier
Du grec ancien σύστημα, sústêma.

Nom commun

modifier
Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  σύστημα τα  συστήματα
Génitif του  συστήματος των  συστημάτων
Accusatif το  σύστημα τα  συστήματα
Vocatif σύστημα συστήματα

σύστημα, sístima \ˈsi.sti.ma\ neutre

  1. Système.

Dérivés

modifier

Étymologie

modifier
De συνίστημι, sunístêmi (« associer ») et -μα, -ma.

Nom commun

modifier
Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ σύστημα τὰ συστήματα τὼ συστήματε
Vocatif σύστημα συστήματα συστήματε
Accusatif τὸ σύστημα τὰ συστήματα τὼ συστήματε
Génitif τοῦ συστήματος τῶν συστημάτων τοῖν συστημάτοιν
Datif τῷ συστήματι τοῖς συστήμασι(ν) τοῖν συστημάτοιν

σύστημα, sústêma *\ˈsʉ.stɛː.ma\ neutre

  1. Système, assemblage, combinaison.
  2. Système, corps constitué d’éléments.

Variantes

modifier

Dérivés

modifier

Dérivés dans d’autres langues

modifier

Références

modifier