Voir aussi : τόμος

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Déverbal de τέμνω, témnô. (« couper »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τομός οἱ τομοί τὼ τομώ
Vocatif τομέ τομοί τομώ
Accusatif τὸν τομόν τοὺς τομούς τὼ τομώ
Génitif τοῦ τομοῦ τῶν τομῶν τοῖν τομοῖν
Datif τῷ τομ τοῖς τομοῖς τοῖν τομοῖν

τομός, tomós \to.ˈmos\ masculin

  1. Coupure, action de couper.