υπεξαίρεση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ὑπεξαίρεσις, hupexaíresis.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  υπεξαίρεση οι  υπεξαιρέσεις
Génitif της  υπεξαίρεσης
υπεξαιρέσεως
των  υπεξαιρέσεων
Accusatif τη(ν)  υπεξαίρεση τις  υπεξαιρέσεις
Vocatif υπεξαίρεση υπεξαιρέσεις

υπεξαίρεση (ipexéresi) \i.pɛ.ˈksɛ.ɾɛ.si\ féminin

  1. Malversation.

RéférencesModifier