δωμάτιο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien δωμάτιον, dômátion.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  δωμάτιο τα  δωμάτια
Génitif του  δωματίου των  δωματίων
Accusatif το  δωμάτιο τα  δωμάτια
Vocatif δωμάτιο δωμάτια

δωμάτιο (dhomátio) \Prononciation ?\ neutre

  1. Chambre, pièce (partie d’un logement).