επίθεση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἐπίθεσις, epíthesis.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  επίθεση οι  επιθέσεις
Génitif της  επίθεσης
επιθέσεως
των  επιθέσεων
Accusatif τη(ν)  επίθεση τις  επιθέσεις
Vocatif επίθεση επιθέσεις

επίθεση (epíthesi) \ɛ.ˈpi.θɛ.si\ féminin

  1. Attaque.