πρότερος

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de πρό, pró (« avant ») avec le suffixe -τερος, -teros ; voir le latin prior, primus.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif πρότερος πρότερη πρότερον
vocatif πρότερε πρότερη πρότερον
accusatif πρότερον πρότερην πρότερον
génitif πρότερου πρότερης πρότερου
datif πρότερ πρότερ πρότερ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif πρότερω πρότερα πρότερω
vocatif πρότερω πρότερα πρότερω
accusatif πρότερω πρότερα πρότερω
génitif πρότεροιν πρότεραιν πρότεροιν
datif πρότεροιν πρότεραιν πρότεροιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif πρότεροι πρότεραι πρότερα
vocatif πρότεροι πρότεραι πρότερα
accusatif πρότερους πρότερας πρότερα
génitif πρότερων πρότερων πρότερων
datif πρότεροις πρότεραις πρότεροις

πρότερος, próteros \Prononciation ?\

  1. Comparatif de πρῶτος : plus en avant, antérieur, précédant, passé, premier.
    • οἱ πρότεροι, les ancêtres, les hommes d'avant.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier