Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien τέταρτος.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif τέταρτος τέταρτη τέταρτο
génitif τέταρτου τέταρτης τέταρτου
accusatif τέταρτο τέταρτη τέταρτο
vocatif τέταρτε τέταρτη τέταρτο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif τέταρτοι τέταρτες τέταρτα
génitif τέταρτων τέταρτων τέταρτων
accusatif τέταρτους τέταρτες τέταρτα
vocatif τέταρτοι τέταρτες τέταρτα

τέταρτος (tétartos) \Prononciation ?\ ordinal

  1. Quatrième.

Vocabulaire apparenté par le sensModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (τέταρτος)

Grec ancienModifier