τοπικός

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien τοπικός, topikós (« local »).

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif τοπικός τοπική τοπικό
génitif τοπικού τοπικής τοπικού
accusatif τοπικό τοπική τοπικό
vocatif τοπικέ τοπική τοπικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif τοπικοί τοπικές τοπικά
génitif τοπικών τοπικών τοπικών
accusatif τοπικούς τοπικές τοπικά
vocatif τοπικοί τοπικές τοπικά

τοπικός, topikós \tɔ.pi.kɔs\

  1. Relatif à un lieu, local, topique.

DérivésModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (τοπικός)

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de τόπος, tópos (« lieu ») avec le suffixe -ικός, -ikós.

Adjectif Modifier

τοπικός, topikós \Prononciation ?\

  1. Local.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier